Ο ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ
Σε αντίθεση με τη φυσιολογική κατάσταση, όπου το φως εστιάζεται σε ένα σημείο του αμφιβληστροειδούς, στον αστιγματισμό οι ακτίνες του φωτός δεν εστιάζονται σε ένα ενιαίο σημείο, αλλά σχηματίζονται δύο κύριες εστιακές γραμμές αντί μίας εστίας.
Ο αστιγματισμός οφείλεται συνήθως σε διαφορετική καμπυλότητα και συνεπώς διαφορετική διαθλαστική ισχύ στους κύριους μεσημβρινούς του κερατοειδούς. Έτσι, ο κερατοειδής δεν είναι απόλυτα σφαιρικός, αλλά παρουσιάζει διαφορετική καμπυλότητα στους διάφορους άξονές του, με αποτέλεσμα το φως να διαθλάται διαφορετικά. Πιο σπάνια, μπορεί να οφείλεται και σε ανωμαλίες του φακού του ματιού.
Στον αστιγματισμό η επιφάνεια του κερατοειδούς συνήθως μοιάζει περισσότερο με μία μπάλα του ράγκμπι, παρά με μία τέλεια σφαίρα.

Ο αστιγματισμός μπορεί να διαιρεθεί στις παρακάτω κατηγορίες:
- Απλός μυωπικός αστιγματισμός όταν η μια εστιακή γραμμή βρίσκεται πάνω στον αμφιβληστροειδή και η άλλη μπροστά από αυτόν (μυωπική).
- Σύνθετος μυωπικός αστιγματισμός όταν και οι δύο εστιακές γραμμές βρίσκονται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή.
- Απλός υπερμετρωπικός αστιγματισμός όταν η μια εστιακή γραμμή βρίσκεται πάνω στον αμφιβληστροειδή και η άλλη πίσω από αυτόν (υπερμετρωπική).
- Σύνθετος υπερμετρωπικός αστιγματισμός όταν και οι δύο εστιακές γραμμές βρίσκονται πίσω από τον αμφιβληστροειδή.
- Μικτός αστιγματισμός όταν η μια εστιακή γραμμή βρίσκεται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή και η άλλη πίσω από αυτόν. Σ’αυτήν την περίπτωση συνεπώς ο οφθαλμός είναι μυωπικός στον ένα μεσημβρινό και υπερμετρωπικός στον άλλο.
Καθώς ο οφθαλμός έχει διαφορετική ισχύ στους μεσημβρινούς του, μπορούμε να εντοπίσουμε τους μεσημβρινούς με τη μεγαλύτερη και τη λιγότερη διαθλαστική ισχύ και να ορίσουμε τον άξονα του αστιγματισμού, ο οποίος είναι κάθετος στον μεσημβρινό με τη μεγαλύτερη διαθλαστική ισχύ.
Ανάλογα με τον προσανατολισμό των κύριων μεσημβρινών, ο αστιγματισμός διακρίνεται σε:
• Σύμφωνα με τον κανόνα (with-the-rule): όταν ο ισχυρότερος διαθλαστικός μεσημβρινός είναι ο κάθετος ή βρίσκεται κοντά σε αυτόν.
• Παρά τον κανόνα (against-the-rule): όταν ο ισχυρότερος διαθλαστικός μεσημβρινός είναι ο οριζόντιος ή βρίσκεται κοντά σε αυτόν.
• Πλάγιο αστιγματισμό: όταν ο ισχυρότερος διαθλαστικός μεσημβρινός βρίσκεται περίπου στις 45° ή στις 135°.
Η οπτική οξύτητα στον αστιγματισμό ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος του, τον τύπο και τον άξονά του. Καλή οπτική οξύτητα με τη διόρθωση έχουμε σε αστιγματισμό συμμετρικό και σύμφωνα με τον κανόνα, ενώ όσο πιο ασύμμετρος και πλάγιος είναι, τόσο χαμηλότερη μπορεί να είναι η βέλτιστη οπτική οξύτητα με τη διόρθωση. Σε ασύμμετρους αστιγματισμούς συνεπώς η βέλτιστη λύση που αποδίδει την μέγιστη οξύτητα συχνά είναι οι ημίσκληροι φακοί επαφής, καθώς η στοιβάδα δακρύων μεταξύ του φακού και του κερατοειδή εξουδετερώνει οπτικά την ασύμμετρη πρόσθια επιφάνεια του κερατοειδούς. Στους υπερμετρωπικούς αστιγματισμούς συνυπάρχει και κοπιωπία όπως στην υπερμετρωπία. Εξαίρεση αποτελεί ο μικτός αστιγματισμός. Όταν είναι μικρού βαθμού και οι δύο εστιακές γραμμές βρίσκονται σχετικά συμμετρικά μπροστά και πίσω από τον αμφιβληστροειδή, ο ασθενής μπορεί να διατηρεί ικανοποιητική όραση χωρίς διόρθωση και να μην εμφανίζει σημαντική κοπιωπία.
Συμπτώματα
Ο αστιγματισμός μπορεί να είναι ήπιος και να μην προκαλεί σημαντικά συμπτώματα. Όταν όμως είναι μεγαλύτερος, μπορεί να εμφανιστούν:
- Θολή ή παραμορφωμένη όραση σε όλες τις αποστάσεις.
- Δυσκολία στην ανάγνωση και στην εστίαση.
- Πονοκέφαλοι, ιδιαίτερα μετά από οπτική προσπάθεια.
- Κόπωση των ματιών.
- Μισόκλεισμα των ματιών για βελτίωση της ευκρίνειας.
- Στα παιδιά, δυσκολίες στη συγκέντρωση και στη σχολική απόδοση.
Παράγοντες κινδύνου
Οι κυριότεροι παράγοντες που σχετίζονται με την εμφάνιση αστιγματισμού είναι:
- Κληρονομικότητα και οικογενειακό ιστορικό.
- Ανώμαλη καμπυλότητα του κερατοειδούς από τη γέννηση.
- Οφθαλμικοί τραυματισμοί ή χειρουργικές επεμβάσεις στον κερατοειδή.
- Ορισμένες παθήσεις του κερατοειδούς, όπως ο κερατόκωνος.
Διάγνωση
Η διάγνωση του αστιγματισμού πραγματοποιείται με πλήρη οφθαλμολογική εξέταση. Ο οφθαλμίατρος μετρά τη διαθλαστική ανωμαλία και αξιολογεί την καμπυλότητα του κερατοειδούς. Συχνά χρησιμοποιούνται ειδικές εξετάσεις, όπως η κερατομετρία ή η τοπογραφία κερατοειδούς, για ακριβέστερη εκτίμηση.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση του αστιγματισμού εξαρτάται από τον βαθμό του, τον τύπο του και τις ανάγκες του ασθενούς. Η διόρθωσή του μπορεί να γίνει με γυαλιά οράσεως που φέρουν κυλινδρικούς ή σφαιροκυλινδρικούς φακούς (όταν συνυπάρχει μυωπία ή υπερμετρωπία), με φακούς επαφής, όπως οι μαλακοί τορικοί ή οι ημίσκληροι φακοί. Οι ημίσκληροι φακοί επαφής είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι σε περιπτώσεις ανώμαλου αστιγματισμού, όπως στον κερατόκωνο.
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε επέμβαση καταρράκτη και παρουσιάζουν σημαντικό αστιγματισμό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τορικοί ενδοφακοί για την ταυτόχρονη διόρθωσή του. Επιπλέον, σε κατάλληλα επιλεγμένους ενήλικες, η διαθλαστική χειρουργική μπορεί να διορθώσει τον αστιγματισμό, καθώς και τυχόν συνυπάρχουσα μυωπία ή υπερμετρωπία.
Στα παιδιά, η έγκαιρη διάγνωση, η σωστή οπτική διόρθωση και η τακτική παρακολούθηση είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη φυσιολογική ανάπτυξη της όρασης και την πρόληψη της αμβλυωπίας.
Πρόληψη και έγκαιρη αντιμετώπιση
Ο αστιγματισμός δεν μπορεί να προληφθεί, καθώς τις περισσότερες φορές σχετίζεται με το σχήμα του κερατοειδούς. Ωστόσο, η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή διόρθωση βοηθούν στην αποφυγή προβλημάτων όρασης και κόπωσης.
Συνιστώνται:
- Τακτικοί οφθαλμολογικοί έλεγχοι από την παιδική ηλικία.
- Άμεση αξιολόγηση σε περίπτωση θολής ή παραμορφωμένης όρασης.
- Συνεπής χρήση των διορθωτικών γυαλιών ή φακών επαφής.
Πιθανές επιπλοκές
Όταν ο αστιγματισμός δεν διορθωθεί, μπορεί να προκαλέσει:
- Επίμονη θολή όραση.
- Χρόνια οπτική κόπωση και πονοκεφάλους.
- Δυσκολίες στη μάθηση στα παιδιά.
- Σε σοβαρές περιπτώσεις, ανάπτυξη αμβλυωπίας αν παραμείνει αδιόρθωτος στην παιδική ηλικία.
Η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη οπτική διόρθωση εξασφαλίζουν καθαρή και άνετη όραση σε όλες τις αποστάσεις και μειώνουν σημαντικά την οπτική κόπωση. Ιδιαίτερα στα παιδιά, καθώς η όραση αναπτύσσεται στα πρώτα χρόνια της ζωής, η μη έγκαιρη διάγνωση και διόρθωση σημαντικού αστιγματισμού μπορεί να οδηγήσει σε αμβλυωπία («τεμπέλικο μάτι»), η οποία ενδέχεται να παραμείνει μόνιμη εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως.
Κλείστε εξέταση
Αν αντιμετωπίζετε θολή όραση ή δυσκολία στην όρασή σας, μην το καθυστερείτε.
Μια απλή οφθαλμολογική εξέταση μπορεί να σας δώσει ξεκάθαρη διάγνωση και λύση.