ΤΟ ΓΛΑΥΚΩΜΑ
Ειναι μια ομάδα οφθαλμικών παθήσεων που προκαλούν βλάβη στο οπτικό νεύρο (το οποίο μεταφέρει τις οπτικές πληροφορίες από το μάτι στον εγκέφαλο). Αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες μη αναστρέψιμης απώλειας όρασης παγκοσμίως. Η συχνότητά του αυξάνεται με την ηλικία και εμφανίζεται συχνότερα μετά την ηλικία των 40 ετών, αν και υπάρχουν σπανιότερες μορφές που μπορεί να εκδηλωθούν κατά τη βρεφική ή παιδική ηλικία. Το οικογενειακό ιστορικό αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου, καθώς τα άτομα με συγγενείς πρώτου βαθμού που πάσχουν από γλαύκωμα έχουν αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν τη νόσο.
Το οπτικό νεύρο
Εκτιμάται ότι ένα σημαντικό ποσοστό των ατόμων με γλαύκωμα παραμένει αδιάγνωστο, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια, επειδή η πάθηση συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα μέχρι να έχει ήδη προκληθεί βλάβη στο οπτικό νεύρο. Για τον λόγο αυτό, οι τακτικοί προληπτικοί οφθαλμολογικοί έλεγχοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί.

Η βλάβη συχνά σχετίζεται με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, αν και μπορεί να εμφανιστεί και σε άτομα με φυσιολογική πίεση των ματιών. Η ενδοφθάλμια πίεση σχετίζεται με το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού, το οποίο παράγεται από το ακτινωτό σώμα πίσω από την ίριδα και απομακρύνεται μέσω της γωνίας του προσθίου θαλάμου, η οποία σχηματίζεται μεταξύ της ίριδας και του κερατοειδούς. Όταν διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ παραγωγής και απομάκρυνσης του υδατοειδούς υγρού, η ενδοφθάλμια πίεση μπορεί να αυξηθεί. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για βλάβη του οπτικού νεύρου και την εμφάνιση γλαυκώματος. Στους περισσότερους ανθρώπους, οι τιμές της ενδοφθάλμιας πίεσης κυμαίνονται μεταξύ 10 και 21 mmHg. Ωστόσο, η πίεση δεν παραμένει σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Φυσιολογικές διακυμάνσεις της τάξεως των 3 έως 6 mmHg μπορεί να παρατηρηθούν μεταξύ ημέρας και νύχτας, ενώ σε ασθενείς με γλαύκωμα οι διακυμάνσεις αυτές ενδέχεται να είναι μεγαλύτερες.
Τονομέτρηση
Η ενδοφθάλμια πίεση μετράται κατά την οφθαλμολογική εξέταση με ειδικά όργανα που ονομάζονται τονόμετρα. Η ενδοφθάλμια πίεση είναι ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου που μπορεί να τροποποιηθεί με θεραπεία. Ωστόσο, η παρουσία υψηλής πίεσης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένας ασθενής πάσχει από γλαύκωμα. Αντίστοιχα, ορισμένοι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν γλαυκωματική βλάβη παρά το γεγονός ότι η ενδοφθάλμια πίεσή τους βρίσκεται εντός των φυσιολογικών ορίων, κατάσταση που είναι γνωστή ως γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης.
Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση του κινδύνου δεν βασίζεται αποκλειστικά στην τιμή της ενδοφθάλμιας πίεσης, αλλά και στην κατάσταση του οπτικού νεύρου, στα οπτικά πεδία, στο πάχος του κερατοειδούς και σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Η μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης αποτελεί τον βασικό θεραπευτικό στόχο με αποδεδειγμένο όφελος στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου.
Το γλαύκωμα είναι συχνά ασυμπτωματική νόσος, καθώς στα αρχικά στάδια συχνά δεν προκαλεί συμπτώματα. Η βλάβη του οπτικού πεδίου μπορεί να περάσει απαρατήρητη από τον ασθενή και να γίνει αντιληπτή μόνο όταν έχει ήδη προχωρήσει σημαντικά. Ως οπτικό πεδίο ορίζεται ο χώρος που μπορεί να αντιληφθεί ο οφθαλμός, όταν είναι προσηλωμένος σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Επειδή τα οπτικά πεδία των δύο οφθαλμών αλληλοεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό, η απώλεια όρασης που προκαλείται από το γλαύκωμα μπορεί να μην γίνει έγκαιρα αντιληπτή.
Περίμετρα 
Η εξέταση των οπτικών πεδίων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξετάσεις για τη διάγνωση και την παρακολούθηση του γλαυκώματος. Πρόκειται για μια απλή και ανώδυνη εξέταση, η οποία δεν απαιτεί ιδιαίτερη προετοιμασία από τον ασθενή.
Η εξέταση πραγματοποιείται με ειδικά αυτοματοποιημένα μηχανήματα, τα λεγόμενα περίμετρα, και αξιολογεί την ευαισθησία του οπτικού πεδίου σε φωτεινά ερεθίσματα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να εντοπιστούν και να παρακολουθηθούν χαρακτηριστικές βλάβες της όρασης που προκαλεί το γλαύκωμα, ακόμη και σε πρώιμα στάδια της νόσου.
Οπτικό πεδίο – σωληνοειδής όραση – τελικό στάδιο γλαυκώματος

Σωληνοειδής όραση σε τελικό στάδιο γλαυκώματος
Παράγοντες κινδύνου για γλαύκωμα
Το γλαύκωμα συνήθως εξελίσσεται αργά και χωρίς εμφανή συμπτώματα στα αρχικά στάδια. Καθώς το οπτικό νεύρο υφίσταται βλάβη, αρχίζει να περιορίζεται η περιφερική όραση. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, η απώλεια όρασης μπορεί να προχωρήσει και να επηρεάσει την κεντρική όραση, οδηγώντας ακόμη και σε τύφλωση.
Κύριοι τύποι γλαυκώματος
Ανοικτής γωνίας
Συχνά καλείται χρόνιο γλαύκωμα, είναι ο πιο συχνός τύπος γλαυκώματος και αφορά περίπου το 70–80% των πασχόντων. Αναπτύσσεται αργά και, σε πολλές περιπτώσεις, η απώλεια όρασης δεν γίνεται αντιληπτή για πολλά έτη. Είναι ασυμπτωματικό έως ότου εμφανιστεί προχωρημένη βλάβη στο οπτικό πεδίο. Το γλαύκωμα ανοικτής γωνίας χαρακτηρίζεται από ανοικτή γωνία προσθίου θαλάμου και προοδευτική βλάβη του οπτικού νεύρου, η οποία συχνά σχετίζεται με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, χωρίς να οφείλεται σε άλλη υποκείμενη νόσο. Εάν υπάρχει γνωστή αιτία αύξησης της ενδοφθάλμιας πίεσης, τότε το γλαύκωμα χαρακτηρίζεται ως δευτεροπαθές.
Η μέση ενδοφθάλμια πίεση στον φυσιολογικό πληθυσμό είναι περίπου 14–16 mmHg. Πιέσεις μεγαλύτερες από 20–21 mmHg μπορεί να είναι φυσιολογικές σε ορισμένα άτομα, ενώ τιμές άνω των 22 mmHg θεωρούνται ύποπτες και ενδεχομένως παθολογικές. Η «φυσιολογική» πίεση δεν είναι ίδια για όλα τα μάτια. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για βλάβη του οπτικού νεύρου. Στο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και απομάκρυνσης του υδατοειδούς υγρού. Με την πάροδο του χρόνου δυσλειτουργεί η απομάκρυνση, με αποτέλεσμα ενώ οι είσοδοι των καναλιών παραμένουν ανοικτές, να υπάρχει αντίσταση στα ενδότερα τμήματα του συστήματος απομάκρυνσης.
Η αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης μειώνει την αιμάτωση του οπτικού νεύρου και σταδιακά οδηγεί σε βλάβη του και απώλεια όρασης. Στα αρχικά στάδια οι ασθενείς είναι συνήθως ασυμπτωματικοί, χωρίς προειδοποιητικά σημεία. Στην οφθαλμολογική εξέταση μπορεί να διαπιστωθεί αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, αύξηση της κοίλανσης του οπτικού δίσκου και απώλεια στο οπτικό πεδίο.
Η απομάκρυνση του υδατοειδούς υγρού γίνεται σταδιακά λιγότερο αποτελεσματική, προκαλώντας αύξηση της πίεσης. Η εξέλιξη είναι αργή και συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα στα αρχικά στάδια. Στις περισσότερες περιπτώσεις γλαυκώματος ανοικτής γωνίας, η εξέλιξη μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια χωρίς εμφανή συμπτώματα. Η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη θεραπεία μπορούν να επιβραδύνουν σημαντικά ή να σταματήσουν την περαιτέρω απώλεια όρασης. Το γλαύκωμα ανοικτής γωνίας έχει καλή ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή,
Κλειστής γωνίας
Το γλαύκωμα κλειστής γωνίας μπορεί να εμφανιστεί όταν η γωνία μεταξύ της ίριδας και του κερατοειδούς είναι ανατομικά στενή, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η απομάκρυνση του υδατοειδούς υγρού από τον οφθαλμό. Αυτό οδηγεί σε αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και εάν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο οπτικό νεύρο. Μπορεί να εμφανιστεί αιφνίδια και να προκαλέσει έντονα συμπτώματα που απαιτούν άμεση ιατρική παρέμβαση.
Παράγοντες κινδύνου είναι:
- Στενή γωνία προσθίου θαλάμου
- Αβαθής πρόσθιος θάλαμος
- Μικρό αξονικό μήκος του οφθαλμού
- Μικρή διάμετρος κερατοειδούς
- Αυξημένο πάχος φακού
- Φαρμακευτική μυδρίαση
- Οικογενειακό ιστορικό
- Ηλικία
Φυσιολογικής πίεσης
Πολλές φορές, παρότι η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει εντός φυσιολογικών ορίων, το οπτικό νεύρο παρουσιάζει βλάβη. Η ακριβής αιτία δεν είναι πάντα γνωστή, αλλά πιθανολογείται ότι σχετίζεται με μειωμένη αιμάτωση του οπτικού νεύρου ή αυξημένη ευαισθησία του νευρικού ιστού.
Οι ασθενείς αυτοί δεν έχουν συμπτώματα στα αρχικά στάδια, παρά μόνο όταν η βλάβη του οπτικού πεδίου είναι προχωρημένη. Η ενδοφθάλμια πίεση είναι κάτω από 21 mmHg, ωστόσο προκαλούνται γλαυκωματικές βλάβες στο οπτικό πεδίο και στο οπτικό νεύρο. Το γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί με βάση τη μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης, γιατί τα επίπεδα μπορεί να βρίσκονται εντός στατιστικά φυσιολογικών ορίων. Δυστυχώς, παρά τη φυσιολογική ενδοφθάλμια πίεση, το αποτέλεσμα της νόσου είναι συνήθως παρόμοιο με το τυπικό γλαύκωμα, με προοδευτική απώλεια οπτικού πεδίου και βλάβη του οπτικού νεύρου.
Συχνά ασθενείς με γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης παρουσιάζουν ημικρανίες ή αγγειοσπαστικές διαταραχές. Έχει επίσης προταθεί συσχέτιση με αυξημένη συχνότητα αυτοάνοσων διαταραχών. Υψηλοί τίτλοι αυτοαντισωμάτων έναντι αμφιβληστροειδικών πρωτεϊνών (συμπεριλαμβανομένης της ροδοψίνης και πρωτεϊνών HSP) έχουν ανιχνευθεί σε μελέτες ασθενών με γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης, χωρίς όμως να αποτελεί καθιερωμένο διαγνωστικό ή αιτιολογικό κριτήριο. Οι πρωτεΐνες HSP φυσιολογικά ασκούν νευροπροστατευτική δράση και έχουν μελετηθεί σε διάφορες αυτοάνοσες καταστάσεις. Περίπου το 15–25% των ασθενών με πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοικτής γωνίας έχουν γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης.
Κριτήρια για τη διάγνωση γλαυκώματος φυσιολογικής ή χαμηλής πίεσης:
- Μέση ενδοφθάλμια πίεση χωρίς θεραπεία ≤ 21 mmHg (χωρίς σημαντικές υπερβάσεις σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις)
- Γωνιοσκοπικά ανοικτή γωνία προσθίου θαλάμου
- Απουσία δευτεροπαθούς αιτίας γλαυκώματος (όπως κορτικοστεροειδή, τραύμα, ραγοειδίτιδα)
- Τυπικές γλαυκωματικές αλλοιώσεις του οπτικού νεύρου
- Γλαυκωματικές βλάβες στο οπτικό πεδίο
Η οφθαλμολογική εξέταση αποκαλύπτει γλαυκωματικές βλάβες του οπτικού νεύρου παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται σε άλλες μορφές χρόνιου γλαυκώματος και μπορεί να υπάρχουν αιμορραγίες οπτικού δίσκου σε ένα ποσοστό ασθενών (συνήθως μικρότερο από αυτό που αναφέρεται σε παλαιότερες μελέτες). Παρατηρείται επίσης ανοικτή γωνία προσθίου θαλάμου.
Οι βλάβες στο οπτικό πεδίο είναι παρόμοιες με αυτές του γλαυκώματος ανοικτής γωνίας. Θα πρέπει να γίνεται παχυμετρία κερατοειδούς για πιο ακριβή εκτίμηση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Θεραπευτικά, το γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης αντιμετωπίζεται όπως το γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, με στόχο τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και την επιβράδυνση της εξέλιξης της βλάβης.
Οφθαλμική Υπερτονία
Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η ενδοφθάλμια πίεση είναι αυξημένη, χωρίς να διαπιστώνονται βλάβες στο οπτικό νεύρο ή αλλοιώσεις στην εξέταση των οπτικών πεδίων. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται οφθαλμική υπερτονία. Αν και δεν πρόκειται για γλαύκωμα, τα άτομα με οφθαλμική υπερτονία έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν γλαύκωμα στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό συνιστώνται τακτικοί οφθαλμολογικοί έλεγχοι, ώστε να εντοπιστούν έγκαιρα τυχόν μεταβολές στο οπτικό νεύρο ή στα οπτικά πεδία και να αποφασιστεί εάν απαιτείται θεραπευτική παρέμβαση. Μελέτες έχουν δείξει ότι ορισμένοι ασθενείς με οφθαλμική υπερτονία ενδέχεται να αναπτύξουν γλαύκωμα τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν παράγοντες κινδύνου όπως υψηλότερες τιμές ενδοφθάλμιας πίεσης, λεπτότερο πάχος κερατοειδούς ή οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος.
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο του γλαυκώματος.
Συχνά συμπτώματα
- Σταδιακή απώλεια περιφερικής όρασης
- Θολή όραση
- Δυσκολία προσαρμογής σε σκοτεινούς χώρους
- Εμφάνιση «φωτοστεφάνων» γύρω από τα φώτα
Συμπτώματα οξέος γλαυκώματος κλειστής γωνίας
- Έντονος πόνος στο μάτι
- Ξαφνική θόλωση της όρασης
- Κοκκίνισμα του ματιού
- Πονοκέφαλος
- Ναυτία και έμετος
Το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.
Διάγνωση
Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για τη διατήρηση της όρασης. Ο οφθαλμίατρος μπορεί να πραγματοποιήσει:
- Μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (τονομέτρηση)
- Εξέταση του οπτικού νεύρου
- Έλεγχο οπτικών πεδίων
- Μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς
- Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT)
- Γωνιοσκοπία για την αξιολόγηση της γωνίας απομάκρυνσης του υδατοειδούς υγρού
Θεραπεία
Η θεραπεία του γλαυκώματος στοχεύει κυρίως στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου.
Κολλύρια
Τα αντιγλαυκωματικά κολλύρια αποτελούν συνήθως την πρώτη επιλογή θεραπείας. Δρουν είτε μειώνοντας την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού είτε βελτιώνοντας την αποχέτευσή του.
Laser
Οι θεραπείες με laser μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της απομάκρυνσης του υγρού ή στη δημιουργία νέας οδού αποστράγγισης. Συχνά χρησιμοποιούνται όταν τα κολλύρια δεν επαρκούν ή ως συμπληρωματική θεραπεία.
Χειρουργική
Σε προχωρημένες περιπτώσεις ή όταν άλλες θεραπείες δεν είναι αποτελεσματικές, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση για τη δημιουργία νέας οδού απομάκρυνσης και τη μείωση της πίεσης στο μάτι.
Πότε πρέπει να εξεταστείτε
Συνιστάται πλήρης οφθαλμολογικός έλεγχος:
- Κάθε 2 έως 4 χρόνια για άτομα ηλικίας 40-54 ετών
- Κάθε 1 έως 3 χρόνια για άτομα ηλικίας 55-64 ετών
- Κάθε 1 έως 2 χρόνια μετά τα 65 έτη
- Συχνότερα εάν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος ή άλλοι παράγοντες κινδύνου
Η τακτική παρακολούθηση είναι ο καλύτερος τρόπος για την έγκαιρη διάγνωση και πρόληψη σοβαρής απώλειας όρασης.
Συχνές ερωτήσεις
- Μπορεί το γλαύκωμα να θεραπευτεί πλήρως;
Η βλάβη που έχει ήδη προκληθεί στο οπτικό νεύρο δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Ωστόσο, η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει ή να σταματήσει την περαιτέρω απώλεια όρασης.
- Είναι το γλαύκωμα κληρονομικό;
Ναι. Τα άτομα με συγγενείς πρώτου βαθμού που πάσχουν από γλαύκωμα έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
- Πονάει το γλαύκωμα;
Το γλαύκωμα ανοικτής γωνίας συνήθως δεν προκαλεί πόνο. Αντίθετα, το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.
- Μπορεί να προληφθεί;
Δεν μπορεί πάντα να προληφθεί, αλλά οι τακτικοί οφθαλμολογικοί έλεγχοι βοηθούν στην έγκαιρη διάγνωση και στη διατήρηση της όρασης.
- Πρέπει να χρησιμοποιώ τα κολλύρια εφ’ όρου ζωής;
Σε πολλές περιπτώσεις, η θεραπεία είναι μακροχρόνια. Ο οφθαλμίατρος θα καθορίσει το κατάλληλο θεραπευτικό πλάνο ανάλογα με την εξέλιξη της νόσου.
Κλείστε εξέταση
Το γλαύκωμα μπορεί να μην έχει συμπτώματα.
Μια οφθαλμολογική εξέταση μπορεί να σας δώσει ξεκάθαρη διάγνωση και λύση.